Γούβα λέγαμε το ρέμα που έκοβε κάθετα την οδό Κρήνης. Στη διασταύρωση τους υπήρχε η Αλάνα –γήπεδο ποδοσφαίρου τα σαββατοκύριακα, δημόσιo σφαγείο και ψησταριά το Πάσχα, αετοδρόμιο την Καθαρή Δευτέρα. Το καλοκαίρι το «γήπεδο» αποκτούσε και δοκάρια, κάτι μαδέρια καρφωμένα όπως-όπως σε σχήμα πι. Έτσι έλειπαν οι καβγάδες για το αν η μπάλα ήταν «μέσα» ή «έξω» – γκολ ή άουτ. Για δίκτυα ούτε λόγος. Στα «επίσημα» ματς, τις Κυριακές, υπήρχαν και θεατές, που χρησίμευαν και σαν περίφραξη. Μόνο κάτι ψηλοκρεμαστές μπαλιές κινδύνευαν να καταλήξουν στη Γούβα, και τότε η «μαρίδα» σκοτωνόταν να κουτρουβαλήσει στο ρέμα να πιάσει τη μπάλα να την σουτάρει στους «μεγάλους», αλλιώς περίσσευαν οι τσακωμοί για το ποια ομάδα έπρεπε να την μαζέψει από τα λασπόνερα .
Η Διαμάντω είχε ένα μαντολίνο. Κρεμόταν στο πορτ-μαντώ δίπλα στην εξώπορτα. Κάθε Σάββατο πρωί που έβγαινε να σκουπίσει το πεζοδρόμιο, άφηνε την εξώπορτα ανοιχτή κι εγώ το θαύμαζα δίπλα στο τριμμένο πανωφόρι και την μεγάλη μπορντό ομπρέλα. Χειμώνα καλοκαίρι κρέμονταν και τα τρία εκεί, στο πορτ-μαντώ της Διαμάντως.
Αναρτήθηκε στις Ιστορίες της οδού Κρήνης | 4 σχόλια »
Όσο χτιζόταν η οικοδομή η οικογένεια είχε γίνει σκορποχώρι. Εγώ με τον πατέρα μου κοιμόμαστε σε ένα άδειο μαγαζί που είχε μετατραπεί σε δωμάτιο-αποθήκη με δύο κρεβάτια και όλα τα πράγματα, μαζί με τα παιχνίδια μου, στοιβαγμένα σε κούτες. Η μάνα μου με το μωρό, την αδελφή μου, σε ένα μικρό αλλά κανονικό δωμάτιο με κουζίνα που είχε περισσευούμενα στο προσφυγικό η μάνα του Στέλιου του καφετζή. Η γιαγιά Πηνελόπη με τον παππού τον Γιάννη πήγαν να μείνουν μακρια, στο Ικόνιο, σε κανονικό σπίτι που είχε και θάλασσα. Στη τζαμαρία του δωμάτιου-μαγαζιού-αποθήκης είχαν βάλει κουρτίνες στερεωμένες στον τοίχο με καρφιά, για να μη φαινόμαστε, αλλά εγώ ζούσα με την αγωνία πότε θα φύγουν τα καρφιά, θα πέσουν οι κουρτίνες και θα γίνω θέαμα σε όλη τη γειτονιά. Μέχρι το καλοκαίρι όμως είχα ξεχάσει αυτή την αγωνία.
Έξω από το δωμάτιο υπήρχε ο μοναδικός τηλεφωνικός θάλαμος της οδού Κρήνης. Η γειτονιά είχε άλλα δύο τηλέφωνα. Ένα στο καφενείο του Στέλιου και ένα στο ψιλικατζίδικο, αλλά εκεί δε μπορούσες να μιλήσεις με την ησυχία σου γιατί σε άκουγαν όλοι ενώ στον θάλαμο άκουγα μόνο εγώ. Έβγαζα στο πεζοδρόμιο ένα τραπεζάκι, μία καρέκλα, μπογιές μολύβια και τα τετράδια που είχαν περισσέψει από το σχολείο, δήθεν για να γράφω -τι καλό παιδί, τι μελετηρό έλεγαν οι γείτονες- αλλά πιο πολύ το έκανα για να ακούω τι έλεγαν στο τηλέφωνο. Συνήθως μπορούσα να ακούω μόνο όταν μάλωναν και φώναζαν, αλλά όταν είχε πολύ ζέστη άφηναν την πόρτα του θαλάμου ανοικτή και μπορούσα να ακούω περισσότερα. Μπορούσα όμως να βλέπω τα πρόσωπά τους, τις γκριμάτσες, τις κινήσεις τους, απο το τζάμι του παράθυρου που ήταν στην πλευρά του πεζοδρόμιου. Πιο πολύ τηλεφωνούσαν οι γυναίκες. Μερικές μιλούσαν σιγά, κρατούσαν το τηλέφωνο με τα δύο χέρια και κάποιες φορές μιλούσαν με κλειστά μάτια. Μετά έβαζαν το ακουστικό αργά, προσεκτικά, στη θέση του σα να αποχωρίζονται κάτι αγαπημένο, όπως χαιδεύουμε κάτι που μπορεί να μη το ξαναδούμε, και έβγαιναν από τον θάλαμο σκεφτικές τόσο, που καταλάβαινες ότι μετάνοιωσαν για κάτι που είπαν ή που δεν είπαν και θα ξαναγυρίσουν να πάρουν πάλι τηλέφωνο για να επανορθώσουν. Μερικές γύριζαν. Και κάποιες από αυτές τις δεύτερες φορές έβγαιναν δακρυσμένες.
Εκείνοι οι θάλαμοι λειτουργούσαν με ειδικά λεφτά που τα έλεγαν κέρματα. Τέτοια λεφτά είχε μόνο ο Στάης. Μια φορά είχα βρει και εγώ ένα κέρμα που είχε κυλίσει κάτω από το τραπεζάκι μου. Το κράτησα. Οι άνθρωποι ξεχνούσαν διάφορα πράγματα μέσα στον θάλαμο. Μαντήλια, τσαντάκια, γυαλιά, παιδιά… Ναι, μια φορά μια γυναίκα είχε ξεχάσει το παιδί της για πέντε ολόκληρα βήματα. Είχα το νου μου και μάζευα τα ξεχασμένα τους, εκτός από τα παιδιά τους, τα έβαζα πάνω στο τραπεζάκι μου και όταν γυρνούσαν οι αφηρημένοι τους τα έδινα πίσω. Τότε αυτοί με αντάμειβαν με κάποια σοκολάτα ή καραμέλα στο επόμενο τηλεφώνημα.
Στην αρχή δεν ήθελα να πηγαίνω στην οικοδομή. Είχα στενοχωρηθεί πολύ και είχα θυμώσει μαζί, γιατί όταν έφτιαξαν τα θεμέλια είχαν θάψει το πατίνι μου και είχαν σφάξει έναν κόκορα. Αλλά μετά πήγαινα. Μου άρεσε η μυρωδιά του τσιμέντου και του ασβέστη. «Έτσι λοιπόν μυρίζει το καινούργιο» σκεφτόμουν. Η μάνα μου κουβαλούσε συνέχεια καφέδες και μεζέδες στους εργάτες που τους συμπαθούσα πολύ γιατί φορούσαν κοντά παντελόνια, ήταν μέσα στη λάσπες χωρίς να τους νοιάζει, δεν κουράζονταν και έλεγαν συνέχεια αστεία εκτός κι αν συζητούσαν με τον παππού μου για λεφτά και μεροκάματα. Τότε σοβάρευαν γιατί ο παππούς έλεγε πως όταν γελάει ο άλλος σε κουβέντα για λεφτά θέλει να σε γελάσει. Τις πιο πολλές φορές όταν έφευγε ο παππούς είχαν κάτι μούτρα να, μέχρι να φέρει η μάνα μου καινούργιους μεζέδες. Μια φορά ο παππούς είχε θυμώσει πολύ γιατί πέρασε ένας αστυφύλακας και τον έγραψε, και ο παππούς έλεγε ότι έφταιγε ο Μήτσος ο σοβατζής που τραγουδούσε συνέχεια ένα τραγούδι που δεν επιτρέπεται. Εγώ τότε ρώτησα ποια τραγούδια επιτρέπεται να λέμε στις οικοδομές για να μη γράψουν τον παππού εξαιτίας μου και ευτυχώς ξαναγέλασαν. Ο Μήτσος είπε στο παππού πως θα πληρώσει αυτός το πρόστιμο και να του το κρατήσει ο παππούς από τα μεροκάματα, αλλά ο παππούς μου του είπε ότι δεν αυτός δεν κάνει τέτοια πράγματα και να κοιτάξει ο Μήτσος να μάθει κάνα τραγούδι του Πολυμέρη. «Άρα στις οικοδομές επιτρέπονται μόνο τα τραγούδια του Πολυμέρη.»
Κατάλαβα πάντως ότι δεν είναι καλό να γράφεις τους ανθρώπους κι έτσι σταμάτησα να γράφω στο τετράδιό μου ποιοι τηλεφωνούσαν κάθε μέρα από τον θάλαμο της οδού Κρήνης. Έγραφα μόνο τους ξεχασιάρηδες και τα πράγματα που ξέχναγαν. Άλλωστε, είχε τραβήξει τη προσοχή μου μια γυναίκα από άλλη γειτονιά που είχε δικό της θάλαμο και ψιλικατζίδικο με κέρματα. Αλλά αυτή ερχόταν στον δικό μου. Τηλεφωνούσε κάθε πρωί την ίδια ώρα. Σε αυτήν την γυναίκα χάρισα το μοναδικό μου κέρμα μια μέρα που γύρισε να κάνει δεύτερο τηλεφώνημα και ψαχνόταν να βρει και δεν έβρισκε και γω ένιωσα ότι θα βάλει τα κλάματα. Όταν της το έδωσα ήθελε να με φιλήσει απ’τη χαρά της αλλά δεν την άφησα γιατί δεν επιτρέπεται να μας φιλάει άγνωστος κόσμος αν και πολύ θα ήθελα να με φιλήσει αυτή η γυναίκα που ήταν όμορφη, γλυκιά και μύριζε ωραία. Την άλλη μέρα μου χάρισε ένα βιβλίο του Ιούλιου Βερν «Η μυστηριώδης Νήσος». Έτσι σταμάτησα να γράφω τους ξεχασιάρηδες και άρχισα να σκέφτομαι συνέχεια την μυστηριώδη γυναίκα της οδού Κρήνης που άφηνε πάντα το άρωμά της στον τηλεφωνικό θάλαμο κι εγώ έμπαινα μέσα να το μαζέψω.
Μια μέρα εμφανίστηκαν στη γειτονιά δύο κύριοι, δίδυμα αδέλφια πρέπει να ήταν γιατί φορούσαν τα ίδια ρούχα, καπαρντίνα, καβουράκι και γυαλιά. Με πλησίασαν και μου είπαν ότι δεν κάνει να βγάζω το τραπεζάκι μου στο πεζοδρόμιο. Εγώ τους είπα ότι διαβάζω και αυτοί μου είπαν «Ακόμα χειρότερα. Να πας μέσα να διαβάσεις και να κλείσεις την πόρτα». Ήταν πολύ τρομακτικοί για δίδυμοι. Μπήκα μέσα. Έλπιζα πως μέχρι να έρθει η όμορφη γυναίκα θα έχουν φύγει αλλά δεν έφυγαν. Στάθηκαν ο καθένας σε μια γωνία. Εγώ κρυφοκοίταζα από μια χαραμάδα της κουρτίνας. Την πλησίασαν πριν μπει στον τηλεφωνικό μου θάλαμο. Την έπιασαν από τα μπράτσα και κάτι της έλεγαν στο αφτί. Μετά ήρθε το εκατό, την έσπρωξαν μέσα κι έφυγαν όλοι μαζί. Τότε βγήκα. Μπήκα στο θάλαμο. Ήταν η πρώτη φορά που δεν μύριζε το άρωμα της.
Αναρτήθηκε στις Ιστορίες της οδού Κρήνης | Αφήστε Σχόλιο »
Μία εβδομάδα περίμενα και το μήνυμα δεν ερχόταν. Έφτιαξα την βαλίτσα μου και έφυγα. Πέρασαν τρεις μέρες στο βουνό με βόλτες στη περιοχή γύρω από το καταφύγιο. Το βράδυ της τρίτης ημέρας ήρθε το μήνυμα της Δέσποινας. «Έφυγα από το σπίτι, είμαι στης Ελένης στην Αθήνα». Τα μάζεψα κι έφυγα.
Αναρτήθηκε στις Θεωρίες πιδάκων | 9 σχόλια »
Στην αρχή νόμιζα ότι το έκανε για πλάκα, μπορεί όμως να μην είχα καμία διάθεση να δεχθώ άλλο ενδεχόμενο. Όταν γίνεται αυτό, και η πιο μικρή πιθανότητα αποκτά ένα μερίδιο πραγματικότητας και σε δύσκολες στιγμές η πιθανότητα είναι πιο φιλική από την βεβαιότητα. Τα τελευταία γεγονότα είχαν μετατρέψει το μυαλό μου σε θερμοκήπιο ενδεχομένων και πιθανοτήτων.
Αναρτήθηκε στις Θεωρίες πιδάκων | 9 σχόλια »
Αν σπρώξεις τα πράγματα για να τα επιταχύνεις, θα επιβραδυνθείς. Αν τραβήξεις κάτι προς το μέρος σου, θα κινηθείς προς αυτό. Ο τρίτος νόμος του Νεύτωνα είναι αμείλικτος. Το ποιος θα μετακινηθεί περισσότερο εξαρτάται από το ποιος είναι πιο βαρύς, εξ ου πιθανότατα και το «είμαι μάγκας βαρύς κι ασήκωτος». Οι δυνάμεις στη φύση εμφανίζονται σε ζεύγη, είτε γιατί τα προτιμάει η ίδια είτε γιατί το ανθρώπινο μυαλό αρέσκεται ή μετατρέπει την ενστικτώδη ανάγκη του σε ερμηνευτικό νόμο.
Αναρτήθηκε στις Θεωρίες πιδάκων | 9 σχόλια »
-Λοιπόν δάσκαλε άκου πως έχουν τα πράγματα. Θέλει γυναικεία φαντασία το πράγμα. Και η γυναικεία φαντασία χαρακτηρίζεται από τάξη, ενώ η δική σας από αταξία. Μη το κουράζεις λοιπόν και άκου την θεωρία μου. Το σύμπαν είχε αρχικά μια διάσταση. Δε μπορεί να γεννήθηκαν όλες οι διαστάσεις μαζί. Μία μία θα έγιναν.Όλα έχουν μια σειρά, αλλιώς δεν θα χρειαζόμαστε αριθμούς. Το σύμπαν λοιπόν ήταν κάπως στριμωγμένο και άρχισε να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει όπως κάθε στριμωγμένος άνθρωπος.
Αναρτήθηκε στις Θεωρίες πιδάκων | 8 σχόλια »
Σταμάτησε να βρέχει. Η γάτα στο περβάζι του παράθυρου με κοιτάζει με θράσος, τα πόδια της είναι λασπωμένα, παρατηρώ την λερωμένη πορεία τους στον μουσαμά που σκεπάζει το τραπεζάκι της αυλής, θεωρεί υποχρέωσή μου να την απαλλάξω από το υγρό της μαρτύριο. «Είσαι βρώμικη». Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σκύψω από το περβάζι και να της στρώσω ένα στεγνό χαλάκι στην καρέκλα. Κούρνιασε ανικανοποίητη από την χειρονομία μου. «Αν αφήσω ανοιχτό το παράθυρο θα περάσει το δικό της». Διαβάστε τη συνέχεια »
Αναρτήθηκε στις Θεωρίες πιδάκων | 2 σχόλια »
Μέσα σε τριάντα πέντε χρόνια η Δέσποινα είχε κάνει όσα μια γυναίκα επιθυμεί η «πρέπει», αλλά με ανάποδη σειρά. Γέννησε την Μαιρούλα, παντρεύτηκε τον Τάσο, ταξίδεψε, πήρε το πτυχίο της Καλώς Τεχνών ανακάλυψε το σώμα της. Εγώ την γνώρισα μικρή, πόσο να ήμασταν; Εννιά; Δέκα; Στο κατηχητικό. Ο άντρας της την γνώρισε στον «Ρήγα Φεραίο». Σε μια διαδήλωση σχημάτιζαν αλυσίδα και κρατιόντουσαν από το χέρι. Της το άφησε για να την γδύσει υπό τους ήχους ερωτικών συνθημάτων. Διαβάστε τη συνέχεια »
Αναρτήθηκε στις Θεωρίες πιδάκων | 6 σχόλια »
Όταν πήραν τη νονά, έφυγαν και οι γειτόνισσες. Ο κύριος Χαρίτος είπε «πετάγομαι και γω μέχρι το σπίτι και επιστρέφω σύντομα. Θα φέρω κάτι να φάμε». Δεν είχαμε καταλάβει πως είχε μεσημεριάσει. Η μεγάλη Ολυμπιάδα τηλεφώνησε στη μάνα της να ταΐσει τα παιδιά. Η μικρή φώναξε την βοηθό της , της έδωσε οδηγίες για το κομμωτήριο, τα κλειδιά του σπιτιού και του αυτοκινήτου για να της φέρει ρούχα και μετά κάθισε στο πιάνο. Στερέωσε την παρτιτούρα με τα «άνθη λεμονιάς», ήταν η καλύτερη στο πρίμα βίστα. Διαβάστε τη συνέχεια »
Αναρτήθηκε στις Θεωρίες πιδάκων | 3 σχόλια »