Όταν βρέξει, θα βγω έξω από την πόλη.
Θα βρω χώμα καθαρό και θα φτιάξω λάσπη με τα χέρια μου. Ζεστή λάσπη. Μετά, θα κλείσω τα μάτια, και θα ονειροκυλιστώ μέσα της.
Και έτσι, λασπωμένος και χαμογελαστός, μυστικός της μνήμης συνένοχος θα κατηφορίσω πάλι στην οδό Κρήνης.
Εξω από το ψιλικατζίδικο του Στάη θα σκουπίσω βιαστικά τα λασπωμένα χέρια στο πανταλόνι μου και θα αγοράσω το Μικυ Μαους.
Μετά, καθώς θα περνάω τον δρόμο παρέα με τον Ντόναλντ , χωρίς να βλέπουμε τον έξω κόσμο, θα σκουντουφλήσω στο απέναντι κράσπεδο και θα σωριαστώ στο πεζοδρόμιο στα πόδια του Μάρκου , με τα χέρια μπροστά , σφιχτά να κρατάνε τις πολύχρωμες χάρτινες εικόνες, σαν σωσίβιο.
Θα σηκώσω τα μάτια και θα τον δώ να κρατάει το χαμηλό τραπεζάκι με το ούζο και τον μεζέ στο ένα χέρι, το μπουζούκι στο άλλο και την πένα στο στόμα, με δυο ζεστά τρομαγμένα χαμόγελα στα μάτια του.
Παραλίγο. «Πρόσεχε Βασιλάκη».
Θα με σηκώσει , θα του λερώσω με λάσπη την άσπρη φανέλα και θα με κεράσει ένα μεζέ περασμένο στην οδοντογλυφίδα.
Και μετά;
Μετά θα ερωτευθούμε και οι δύο την στιγμή.
Εκείνος θα γράψει ένα τραγούδι και γω θα βάλω στο παιδικό μου μυαλό τον Ντόναλντ να χορεύει το ζειμπέκικο του Μάρκου.
Το βράδυ θα πάω σινεμά στην «Κύπρο», στην γωνία με την οδό Θηβών. Θα παίζει μια ταινία με Ρωμαίους που φοράνε κόκκινες μπέρτες και γενναίες περικεφαλαίες.
Θα πάρω και κεμπάπ από τον Αβραάμ. Θα το φάω μέσα στο σινεμά. Δεν θα ντρέπομαι όπως εκείνη την φορά. Ας μυρίζει στους άλλους. Ας πάρουν και αυτοί άμα τους μυρίζει. Και ούτε ένα κομματάκι μπιφτέκι δεν θα μου πέσει στα χαλίκια, ούτε μια ντοματούλα όταν αρχίσει η μάχη.
Όταν η ταινία τελειώσει και ανηφορίσω την οδό Κρήνης, μπορεί – ποιος ξέρει-, να πετύχω τον πατέρα μου ή τον παππού μου στο καφενείο του Στέλιου στη γωνία.
Θα με φωνάξουν μέσα, να με κεράσουν μια ταμ-ταμ, κι εγώ θα την πιω αργά για να μυρίζω το άρωμα του τσιγάρου, της χάρτινης τράπουλας , του καφέ ,του ούζου και του σκορδομεζέ.
Θα βάζω τα δάχτυλα μου στις τρύπες που άφησαν τα ξεχασμένα τσιγάρα στην φθηνή πράσινη τσόχα.
Και όταν οι καύτρες των τσιγάρων αρχίζουν να σβήνουν η μία μετά την άλλη, και τα αστέρια στον ουρανό της γειτονιάς θα αρχίζουν το ένα μετά το άλλο ένα να ανάβουν, εγώ θα ονειροτυλιχτώ στην αγκαλιά της οδού Κρήνης και θα σας διηγηθώ τις ιστορίες της.