Όσο κι αν προσπαθούσε ο Απόστολος δεν κατάφερνε να θυμηθεί τις μεγάλες του αγάπες. Με το που έλεγε από μέσα του τα ονόματά τους, Ζωή και Ευτυχία, ένιωθε τις μπούκλες της μιας και τα πυκνά μαύρα φρύδια της άλλης, το κλάμα της πρώτης και την οργή της δεύτερης. Και αυτό ήταν. Μετά τίποτα. Σκοτάδι και σιωπή.
Και τώρα αυτό του συνέβη. Ευτυχώς που μπήκε στο μαγαζί ο Θόδωρος με την γλάστρα.
«Που να την ακουμπήσω ρε;»
«Αστην εκεί δα στη πόρτα»
Ο Θόδωρος και ο Απόστολος είχαν παντρευτεί την ίδια γυναίκα. Μέσα σε δυό καλοκαίρια έγιναν δύο γάμοι και γεννήθηκαν δύο παιδιά. Πρώτα την παντρεύτηκε ο Απόστολος που την γκάστρωσε όταν ο Θόδωρος που τα είχε μαζί της πήγε φαντάρος. Με το που πήγε φαντάρος ο Απόστολος, γέννησε η Αμαλία και έφτιαξε παιδί με τον Θόδωρο που, την παντρεύτηκε δεύτερος. Όταν απολύθηκε και ο Απόστολος ο πρώτος της άντρας, η Αμαλία γέννησε και το παιδί του Θόδωρου του δεύτερου άντρα της, πριν το σκάσει με τον τρίτο που κανείς δεν έμαθε ποτέ αν ήταν ο τελευταίος.
Τα βάφτισαν και τα δύο μαζί τα μωρά και μετά , μια βδομάδα μετά απ’ τα βαφτίσια, η Αμαλία ερωτεύτηκε και το έσκασε με τον Μήτσο τον πλανόδιο που είχε το φορτηγάκι με τα είδη προικός και έκανε και τον φωτογράφο. Ο Μήτσος έμεινε στο χωριό μια βδομάδα. Τράβηξε τις φωτογραφίες στα βαφτίσια των αγοριών, μετά έκλεψε την μάνα τους κι έφυγε.
Ύστερα από αυτό ο Απόστολος πήρε σπίτι το Θόδωρο με τον αδελφό το γιού του και την κυρά Δέσποινα την χήρα του δάσκαλου και νονά της Αμαλίας που ήξερε από παιδιά. Να μεγαλώσει του γιούς τους να μεγαλώσει κι αυτούς.
Ο Απόστολος πήρε να δουλέψει το καφενείο του πατέρα του και ο Θόδωρος το μπακάλικο του θειού του. Δεν είχε άλλα μαγαζιά το χωριό. Έναν χωροφύλακα είχε, έναν δάσκαλο, έναν παπά, έναν καφετζή κι έναν μπακάλη.
Ο Θόδωρος είχε μεράκι με τις γαρδένιες. Και λες κι είχαν μεράκι κι αυτές, πάντα του έπιαναν του μπαγάσα. Έτσι για πλάκα πούλησε στην αρχή μερικές στο πανηγύρι, μετά γλυκάθηκε και γέμισε τον τόπο με γλάστρες. Με τις γαρδένιες σπούδασαν οι γιοί τους.
Μόνο που όσο μεγάλωναν γινόταν κάτι περίεργο. Ο γιος του Απόστολου έμοιαζε στον Θόδωρο και ο γιος του Θόδωρου έμοιαζε στον Απόστολο. Ευτυχώς τα παιδιά τους φώναζαν από μικρά και τους δύο «μπαμπά» και στο τέλος μέχρι και η κυρα Δέσποινα η παραμάνα δεν έμπαινε στον κόπο να τους ξεχωρίσει «εσύ είσαι του Απόστολου, εσύ του Θόδωρου». Στο χωριό δεν κατάλαβαν τίποτα.
Όταν ήρθε η ώρα να πάνε σχολείο και ήταν πια σίγουροι για το ποιος ήταν ποιανού κατέβηκαν στην Αθήνα να κάνουν εξετάσεις. Πήραν και την κυρά Δέσποινα μαζί. Μόλις πήραν τα αποτελέσματα που ξεκαθάρισαν και επιστημονικά τα πράγματα, νοίκιασαν ένα σπίτι, έγραψαν τα παιδιά στο σχολείο με τα σωστά ονόματα χωρίς να καταλάβει κανείς “Αθηναίος” την αλλαγή. Μόνο η παραμάνα χαμογέλασε πονηρά και μετά κρυφά έκλαψε για την βαφτιστήρα της. Τα παιδιά έμειναν με την γιαγιά Δέσποινα στην Αθήνα και γύρισαν στο χωριό ύστερα από τρία χρόνια όταν, πια είχαν καταλάβει ποιος είναι ο μπαμπάς τους και ποιο είναι το σωστό επώνυμο.
Τους πόνεσαν πολύ αυτά τα τρία χρόνια μακριά από τα παιδιά αλλά δε γινόταν αλλιώς. Κάθε σαββατοκύριακο κατέβαιναν μια ο ένας μια ο άλλος να τα δούνε, αλλά δεν έφτανε.
Τα παιδιά μεγάλωσαν, σπούδασαν. Οδοντίατρος ο μεγάλος, οδοντοτεχνίτης ο μικρός. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος , ούτε η γριά μάνα τους κατάλαβε ότι οι δύο πρώτοι γιοί της της έφτιαξαν τα δόντια. Μόνο λίγο παραξενεύτηκαν όλοι όταν την πρωτοπήγαν στο ιατρείο οι «δύο της μικροί γιοί» όπως είπε. Είχαν και οι τέσσερις άντρες τον ίδιο στραβό μεγάλο κυνόδοντα που σχημάτιζε το ίδιο ακριβώς χαμόγελο στα πρόσωπά τους.
Δεν είχε και τόση σημασία ποιανού ήταν τα παιδιά, αφού και τα δύο αγαπήθηκαν πολύ από τους μπαμπάδες τους. Μόνο η Αμαλία δε δέθηκε με κανένα από αυτά. Χωρίς δεύτερη σκέψη άφησε δυο άντρες και δυο παιδιά (άλλες ούτε ένα δεν έχουν-άντρα ή παιδί) και έφυγε με έναν τρίτο μακριά από τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις; Ίσως
Χαίρομαι πολύ που ξεκίνησες πάλι να γράφεις ιστορίες. Μου έλειψαν αυτές οι αποδράσεις
Καλημέρα
Δεν ξέρω αν πρόκειται περί μυθοπλασίας ή βιώματος αλλά η ιστορία είναι ωραία ειπωμένη!
@ taradela
Και εμένα μου έλειψαν οι “αποδράσεις” ;
@ ιούδας
Είναι μυθοπλασία με μοναδικό κίνητρο την περιπέτεια της γραφής και της αφήγησης.
ναι, ναι, θέλουμε κι άλλες ιστορίες
ιεφτασεεεεεε….
Το’ χασα λίγο! Τελικά τους αναγνώρισε απο τον στραβό κυνόδοντα;;