Μύρισε θάλασσα και φύκια όταν το λεωφορείο έστριψε δεξιά στον Σκαραμαγκά. Στη δεκαετία του εξήντα οι δυτικές συνοικίες δροσίζονταν στη παραλία του. Μετά μεγάλωσαν τα ναυπηγεία πιο γρήγορα από εμάς και φύγαμε από εκεί.
Κάθε φορά που ο οδηγός προσπαθούσε να αλλάξει ταχύτητα ζορίζοντας τον λεβιέ με όλη του την δύναμη, οι λαμαρίνες του λεωφορείου τραντάζονταν μαζί με τους επιβάτες τα παγούρια του νερού τα πιατικά με τα μαχαιροπήρουνα που είχαν τακτοποιήσει από το χάραμα οι νοικοκυρές στις πάνινες τσάντες μαζί με φαγώσιμα . Σε άλλες είχαν βάλει τις αλλαξιές. Zέστη, χώμα, παιχνίδι απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, ήταν χρειαζούμενες.
Στα Μέγαρα βγήκαν οι βεντάλιες και τα καθαρά μαντήλια να μαζεύουν τον ιδρώτα. Ζέστη. Πολύ ζέστη!
Εκδρομή στην Επίδαυρο με νοικιασμένα λεωφορεία της ΕΚΤΕΛ –που τότε ήταν ιδιωτικά-. Κάθε καλοκαίρι η «Μέριμνα» έκανε εκδρομές ολοήμερες, για τις παραστάσεις στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Την «Μέριμνα» την είχαν φτιάξει οι «Λαμπράκηδες» της Οδού Κρήνης και στεγαζόταν σε ένα προσφυγικό δίπλα στο μπακάλικο του «Τσολιά».
»Είχε και βιβλιοθήκη και σκάκι και γραμμόφωνο και χαφιέδες απ’ έξω που το φυλάγανε. Είχα μπει και γω μια δυο φορές μέσα όταν πήγαινα να παίξω με τον Στράτο τον φίλο μου τον γιο του μπακάλη, μόνος μου όμως γιατί ο μπαμπάς του δεν τον άφηνε, φοβόταν. Ο μπαμπάς του και ο μπαμπάς μου ήταν δεξιοί. Οι άλλοι μεγάλοι μαζί με τους «Λαμπράκηδες» ήταν αριστεροί. Εγώ ήμουν αριστερός και Εθνικός Πειραιώς. Και γω φοβόμουν λίγο να πω την αλήθεια γιατί νόμιζα ότι θα με λένε και μένα «Λαμπράκη» και δεν μου άρεσε που όλους τους λέγανε με το ίδιο όνομα «Λαμπράκηδες» . Όμως τους συμπαθούσα γιατί όλο μου μιλούσαν και με έπαιζαν –μάλιστα ένας «Λαμπράκης» με είχε μάθει να παίζω «γκρινιάρη». Μετά πήρα έναν δικό μου με την χλωρίνη. Αν έπαιρνες πολλές χλωρίνες σου έδιναν δώρο έναν γκρινιάρη. Η μάνα μου πήρε μια κούτα και τις μοιράστηκε με τις γειτόνισσες.
Η οδός Κρήνης γέμιζε πάντα ασφυκτικά τα λεωφορεία σε εκείνες τις εκδρομές, τόσο, που μερικοί κάθονταν στο καπάκι της μηχανής δίπλα στον οδηγό –μέχρι να ανάψει ο πισινός τους- ή σε σκαμνάκια που είχαν φέρει μαζί τους, όμως αυτά δεν ήταν σταθερά και στα φρεναρίσματα έπεφταν.
Από εκείνη την εκδρομή θυμάμαι τις κουρελούδες, τα γεμιστά μπισκότα, την Ζηνοβία που είχε έρθει με τον άντρα της τον Ιορδάνη και την χρυσή της βέρα .
Και μετά από αυτή την εκδρομή θυμάμαι που πήγε ο Μιχάλης σε μια διαδήλωση για τον αριθμό ένα-ένα τέσσερα και ύστερα χάθηκε από την γειτονιά. Αυτόν τον αριθμό δεν έπρεπε να τον φωνάζεις, έπρεπε να πηγαίνεις κατ’ ευθείαν από το ένα ένα τρία στο ένα ένα πέντε. Ενώ το δύο ένα τέσσερα επιτρεπόταν κι ας σήμαινε δύο φορές το ένα και μια φορά το τέσσερα Χαζοί στην αριθμητική αυτοί οι πολιτικοί.
Τις κουρελούδες τις θυμάμαι γιατί τις φορούσαν οι ηθοποιοί –κάτι άλλοι φορούσαν τσουβάλια- και έτρεχαν πάνω κάτω στο θέατρο φωνάζοντας και κουνώντας τα χέρια. Ήταν αστείο. Ούτε εμείς τα παιδιά δεν κάναμε έτσι όταν παίζαμε. Σε μια στιγμή ενός του έπεσε η κουρελού και φάνηκε ο κώλος του. Γέλασα. Γύρισα και κοίταξα τους δικούς μου και γελούσαν κι αυτοί. Εκτός από τον παππού μου που απλά χαμογελούσε. Μπορεί να ήταν από το τσιγάρο που του έκαιγε το κίτρινο δάχτυλό και δε μπορούσε να γελάσει όπως οι άλλοι – δε ξέρω.
Στρώναμε τις κουρελούδες κάτω από τα πεύκα και τα τζιτζίκια φτιάχνοντας ένα στρώμα με πευκοβελόνες που περνούσαν μέσα από τις τρυπούλες και μας τσιμπούσαν αλλά από την άλλη ήταν πιο μαλακά από τις πέτρες. Άνθρωποι, μυρμήγκια, τζιτζίκια, όλοι ευτυχισμένοι αιχμάλωτοι της θέρμης του μεσημεριού και της χαράς που σου δίνει μια όμορφη ημέρα που δεν τελειώνει ακόμα κι όταν χαμηλώσει το φως. Απλωμένα πάνω στα στρωσίδια, τα νοικοκυριά που κουβαλήθηκαν με αμέτρητες τσάντες και μπογαλάκια. Απλωμένα και τα σώματα το καθένα με το σχήμα που του ταίριαζε.
Τα γυναικεία σε μια στάση καλοσυνάτη, με τα πόδια σεμνά λυγισμένα, αφημένα απαλά στα στρωσίδια και τα χέρια ντροπαλά, ανήσυχα, καθώς προσπαθούσαν διακριτικά ισιώνοντας δήθεν μια ζάρα στο φουστάνι ή διώχνοντας μια πευκοβελόνα, κάποιο μυρμηγκάκι, να κρύψουν ότι δεν ήταν επιτρεπτό στα λαίμαργα αντρικά μάτια.
Όταν πια οι γυναίκες είχαν ταΐσει άντρες, παιδιά, γέρους και ανίψια μπορούσαν και αυτές να λύσουν τα μαλλιά, να τεντώσουν τα πόδια σφίγγοντας πάντα την φούστα ανάμεσα στα μαλακά λευκά μπούτια τους, να τρίψουν τα μουδιασμένα γόνατα και να τεντώσουν τα χέρια πίσω για να στηρίξουν λίγο την πλάτη, να ξεπιαστεί η κουρασμένη μέση που δεν στήριζε μόνο το σώμα το δικό τους αλλά και την ζωή όσων φρόντιζαν γύρω τους.
Οι άντρες απ’ την άλλη, πιο ελεύθεροι –αλλά όχι πάντα πιο ξέγνοιαστοι, καθισμένοι, άλλοι με τα πόδια λυγισμένα σαν λάμδα κεφαλαίο, και τα χέρια δεμένα μπροστά στη μέση της κνήμης με το σαγόνι ακουμπισμένο στα γόνατα νωχελικά και αγορίστικα και άλλοι με την πλάτη ριγμένη ανέμελα πίσω, σαν υποτείνουσα τριγώνου, με τα χέρια λυγισμένα σε ορθή γωνία στον αγκώνα που δεν βολευόταν στις πέτρες που ξεχάστηκαν κάτω από τα στρωσίδια. Και μερικοί ξαπλωμένοι τεμπέλικα στο πλάι με το ένα χέρι να στηρίζει το κεφάλι και το άλλο να αναπαύεται ψηλά στη κορυφή που σχημάτιζε το γόνατο του λυγισμένου ποδιού, σαν πασάδες.
Οι συντροφιές διάσπαρτες όπως οι σκιές των πεύκων, μια εδώ, μια εκεί, σαν νησάκια ναυαγών στο μεσημεριανό φως, αστειεύονταν από μακριά, φωνάζοντας και χειρονομώντας. Φωνές χαρούμενες απόμακρες και κοντινές σαν των τζιτζικιών. Θα περνούσαν πολλά χρόνια για να μελαγχολήσω συντροφιά με τα τζιτζίκια.
-Κοίτα καλέ, η Ζηνοβία εκεί κάτω κρατάει τη κοιλιά της από τα γέλια. ΖΗΝΟΒΙΑΑΑ τι κακαρίζεις έτσι καλέ; Ξέχασες τ’ αυγά σπίτι;»
Οι άντρες είχαν αποκάμει, από την μπάλα το φαγητό και το κρασί- μούσκεμα στον ιδρώτα. Ευτυχώς οι γυναίκες είχαν προνοήσει για αλλαξιές, και τα φανελάκια κάτασπρα από το λουλάκι, έλαμψαν μέσα στις σκιές των πεύκων, βγήκαν και τα καμινέτα με τα μπρίκια για τον καφέ, ήρθαν και τα πρώτα χασμουρητά. Α, όλα κι όλα οι άντρες έπρεπε να κρατηθούν ξύπνιοι.
Ο Στέλιος ο καφετζής είχε κουβαλήσει από πιο νωρίς με το τρίκυκλο ένα βαρέλι γεμάτο μπύρες και πάγο, τελάρα –για καρέκλες- και τάβλες για τραπέζια. Τα είχε στήσει κάτω από το πιο μεγάλο πεύκο που γύρω από την ρίζα είχε τσιμέντο στρωμένο (αυτός το είχε στρώσει έλεγαν). Μέχρι τσόχες είχε φέρει μαζί του ο αθεόφοβος -όχι τις καλές, τις άλλες τις καμένες που είχαν τρύπες από ξεχασμένα τσιγάρα- βγήκαν κι οι τράπουλες. Η ιδεολογία, ιδεολογία, και το βιδάνιο, βιδάνιο. Τις Κυριακές έβγαζε καλό μεροκάματο το καφενείο. Να το χάσει λόγω της εκδρομής δεν γινόταν. Γιατρό σπούδαζε στην Αγγλία ,τι να κάνει ο άνθρωπος. Και αργούσε κιόλας ο μπαγάσας -είχε μπλέξει λέει με κάτι τροτσκιστές ή κάπως έτσι-
Οι γυναίκες γκρίνιαζαν.
-Στη πιο παχιά, τη πιο μεγάλη σκιά έστησε το καφενείο του. Που θα παίξουν τα παιδιά; Αμάν πια με την τράπουλα. Μια μέρα δε μπορούν χωρίς αυτή;
»Μετά όμως το μάζεψε ο Στέλιος το καφενείο οι πιο μικροί απ’ τους μεγάλους παίξανε εκεί, πάνω στο τσιμέντο θέατρο- ένα έργο περίεργο με σκηνικά κάτι τσουβάλια, πολλά ποιήματα και τραγούδια σε ένα γραμμόφωνο με μπαταρίες που είχαν κουβαλήσει μαζί τους. Είχαν κρεμάσει και μεγάφωνα στα πεύκα. Ο Μιχάλης είπε ένα ποίημα για έναν Πάνο. Οι γυναίκες δάκρυσαν. Τουλάχιστον όσες είδα. Κι εγώ βούρκωσα να πω την αλήθεια, που τις είδα δακρυσμένες.
Χρόνια μετά έμαθα πως το ποίημα αυτό το είχε γράψει ο Νικηφόρος Βρεττάκος και το είχε απαγγείλει ο Κατράκης στο πολιτικό μνημόσυνο του Πάνου. Είπαν πως κι ο Μιχάλης όμως το είπε το ίδιο καλά.
Με αυτά και μ’ αυτά πέρασε η ώρα, σουρούπωσε και μαλάκωσε το φως, λιγόστεψαν τα χρώματα της γης, σε λίγο τα πεύκα θα γίνονταν λιγνές σκοτεινές φιγούρες. Είχε έρθει η ώρα της παράστασης. Οι γυναίκες μάζεψαν τα νοικοκυριά, οι άντρες τίναξαν δίπλωσαν τα στρωσίδια και τα κουβάλησαν στο λεωφορείο. Ξεσκονιστήκαμε, πλύναμε χέρια μούτρα, βγήκαν τσατσάρες, καθρεφτάκια, κραγιόν, τσιμπιδάκια, κολόνιες και τα καθαρά γυναικεία πανωφόρια. Λίγοι-λίγοι αρχίσαμε να περπατάμε κουρασμένα προς το θέατρο.
»Εμένα δεν μου άρεσε αυτό το θέατρο, κι ας ήταν αρχαίο. Δεν είχε καρέκλες και μόνο τα κορίτσια και οι γυναίκες είχαν μαξιλαράκια. Κάτσαμε στις θέσεις μας. Τους άντρες που είχαν φάει παστουρμά τους έβαλαν να κάτσουνε μακριά, ψηλά. Εγώ ήθελα να κάτσω με την φίλη μου την Χαρούλα που είχε έρθει με τον παππού της αλλά αυτός είχε φάει τον περισσότερο παστουρμά απ’ όλους. Στον γυρισμό δεν τον έβαλαν ούτε στο λεωφορείο. Τον πήρε ο Στέλιος ο καφετζής που είχε έρθει με το τρίκυκλο του Ιορδάνη του βαρελά. Κι αυτός δηλαδή μη νομίζετε, στη καρότσα τον έβαλε μαζί με τα τελάρα και τις τάβλες. Η Χαρούλα ήρθε μαζί μας στο λεωφορείο αλλά εμένα πονούσε η κοιλιά μου από τα μπισκότα και δεν είχα πια και πολύ όρεξη.
Πρέπει να έφαγα πάρα πολλά , μια ολόκληρη σακούλα την εξαφάνισα σίγουρα την ώρα της παράστασης και είχα φάει ήδη άλλη μία στα πεύκα και μισή στο λεωφορείο. Ωραία μπισκότα, τετράγωνα ριγέ με άσπρη γέμιση. Που και πού τα ξεκολλούσα , έξυνα με τα δόντια την στρώση της κρέμας και μετά με τη γλώσσα μάζευα την τελευταία γλύκα από τα δάχτυλα που κολλούσαν. Μ’ έφαγαν και τα κουνούπια.
Το φτηνό γλασέ χαρτί της σακούλας όμως έκανε θόρυβο καθώς την ξεδίπλωνα και την δίπλωνα, γι’ αυτό περίμενα να ξεσπάσει ένα γέλιο ένα χειροκρότημα, για να την ανοίξω να πάρω το μπισκότο μου και να την ξανακλείσω. Καθόταν κι η μάνα μου δίπλα…
-Ησυχία με τη σακούλα. χρατς-χρουτς, χρατς-χρουτς συνέχεια πια. Και με σκούνταγε.
Στο τέλος σταμάτησε να με σκουντάει γιατί όπως ήμουν μικροκαμωμένος με κάθε σκουντιά πήγαινα πιο δεξιά και έπεφτα πάνω στον διπλανό μου. Ωραίο κόλπο. Αλλά η μουρμούρα δε σταμάτησε. Έσκυβε και μου μουρμούραγε στ’ αυτί.
-Θα με αφήσεις παιδί μου να δω την παράσταση; Ρεζίλι γίναμε.
Ψέματα ήταν. Ο κυρ Μήτσος από πίσω έκανε χειρότερο θόρυβο και βρώμαγε κιόλας. Μέχρι και η γυναίκα του δεν άντεξε όταν τελείωσε η κολόνια…
-Μας φλόμωσες χριστιανέ μου. Τι τους ήθελα τους γίγαντες θεέ μου;
Αγέρωχος όμως ο κυρ Μήτσος.
-Άντε να το πεις και σ’ αυτόν που κλάνει πάνω στη σκηνή. Η μήπως δε φτάνει η μυρωδιά λες μέχρι εδώ. Και σηκώθηκε να πάει κι αυτός με τους άλλους στα ψηλά.
.
Ξέσπασαν γέλια, παλαμάκια γι’ αυτό που είπε ο κυρ Μήτσος, μπερδεύτηκαν οι υπόλοιποι θεατές άρχισαν να χειροκροτούν κι αυτοί. Σάστισαν οι ηθοποιοί και σταμάτησαν για λίγο. Δεν κατάλαβαν γιατί τους χειροκροτούσαν.
Και με είχαν προειδοποιήσει από το σπίτι.
-Σε αυτό το θέατρο ακούγονται όλα. Μέχρι και το κιχ. Θα είσαι ήσυχος αλλιώς να μείνεις πίσω με την αδελφή σου.
-Σιγά μη μείνω με το μωρό. Δεν θα κάνω κιχ. Εντάξει.
Εγώ πάντως δεν άκουγα ανάσες, άκουγα μόνο τον ήχο του μπισκότου που θρυμματιζόταν αργά στο στόμα μου. Τον άκουγα δυνατό καθώς ο φόβος και η ντροπή δυνάμωναν τους ήχους στο μυαλό λες και μάσαγα με τ’ αυτιά.
Τέλος πάντων, είχα βαρεθεί τους ηθοποιούς με τις κουρελούδες και με είχε κυριεύσει η εμμονή , να φάω όσα περισσότερα γίνεται. Είναι αλήθεια πως η εμμονή μου φούντωνε με τα «Μη», «Ησυχία», «Πρόσεχε». Τα έπαιρνα λοιπόν δυο-δυο για να ανοιγοκλείνω την σακούλα λιγότερες φορές και γιατί τα είχαμε μισά-μισά με τον παππού μου. Αν μου ζήταγε, έχει καλώς, δεν χρειαζόταν να κάνω θόρυβο, αν δεν ζήταγε, ακόμα καλύτερα. Κάποια στιγμή η μάνα μου νευρίασε.
-Σταμάτα παιδί μου, θα πονέσει το στομάχι σου. Και μου τα πήρε.
Στο διάλειμμα όμως ο παππούς μου ήρθε και κάθισε ανάμεσά μας με τις τσέπες στο πανωφόρι του γεμάτες μπισκότα.
Από τότε έχω αγάπη για τις τσέπες. Μου έμεινε κουσούρι λοιπόν. Μέχρι που στο στρατό στη Τρίπολη σε μια πορεία, κάποιος έκλεψε κάτι κάλυκες και μας έβαλαν στη γραμμή να κάνουν έλεγχο. Ο διοικητής στάθηκε μπροστά μου και άρχισε να ψάχνει τις τσέπες και τις εξαρτήσεις. Μου βρήκε, δύο αυγά βραστά, δύο χυμούς πορτοκάλι, δύο πακέτα μπισκότα γλυκά και δύο αλμυρά. Κάθε ένα που έβρισκε το σήκωνε ψηλά να το δει όλο το τάγμα φωνάζοντας «ΕΝΑ ΑΒΓΟ» «ΚΙ ΑΛΛΟ ΑΒΓΟ»… Ρεζίλι έγινα. Όταν τελείωσε μου είπε σιγανά «Να πάρω τον ένα χυμό;» Του τον έδωσα βέβαια.
Νύχτωσε αλλά δεν έλεγε να δροσίσει. Το θέατρο άδειαζε αργά κι εγώ είχα αρχίσει να νυστάζω. Ένιωθα πως με έσερναν μέχρι το λεωφορείο. Στη Κόρινθο με ξύπνησαν για να δω τα φωτάκια της διώρυγας και να φάω σουβλάκι. Δεν ήθελα αλλά φοβόμουν να κάτσω μόνος μου στο λεωφορείο. Μου είχε λείψει η Οδός Κρήνης, το κάστρο με τα στρατιωτάκια μου. Ποδήλατο δεν είχα ακόμα. Εννοώ ποδήλατο κανονικό, αντρικό με δύο ρόδες. Είχα όμως πατίνι, όχι αυτό με τα ρουλεμάν που είχαν οι άλλοι, κανονικό, θαλασσί. Το θάψανε στο τέλος στα θεμέλια του τριώροφου όταν γκρέμισαν το προσφυγικό.
Στη γειτονιά έκανε ακόμα πιο πολύ ζέστη και μου είχε φύγει ο ύπνος. Ούτε η γειτονιά νύσταζε. Η μάνα μου έκοψε και έφερε καρπούζι παγωμένο και πεπόνι με φέτα. Βγάλαμε καρέκλες έξω στη δροσιά στο φαρδύ τότε πεζοδρόμιο – τουλάχιστον έτσι το θυμάμαι εγώ. Οι γυναίκες κατάβρεξαν να δροσίσει, και μείς ξυποληθήκαμε να μας δροσίσουν τα πόδια που είχαν ανάψει στη καυτή λαμαρίνα του λεωφορείου.
Μέσα στην ησυχία της νύχτας η μουσική από τον «Πράσινο Μύλο» στην οδό Θηβών ανηφόριζε την οδό Κρήνης. και σκέπαζε τις μυστικές κουβέντες των μεγάλων για την ΕΔΑ, το κόμμα, τα ανάκτορα, για την «χαμένη ευκαιρία».
Όταν, πέρασαν περιπολία οι αστυφύλακες του «δέκατου», νυστάξανε απότομα όλοι.
Στο είπα ξανά πως μ’ αρέσει ο τρόπος που ξεδιπλώνεις τις μνήμες σου. Ε, το επαναλαμβάνω.:)
ioudas
Ευχαριστώ ξανά και εγώ.
Και σε ευχαριστώ για τον χρόνο που αφιέρωσες. Ηταν μεγάλο κειμενο, ήθελε (και θέλει ακόμα) να γίνει κάτι παραπάνω
Γλυκά μπισκότα, γλυκές ιστορίες της οδού Κρήνης.
Καλημέρα
taradela
Γλυκά λόγια.
Καλημέρα.
ειναι πολυ ομορφο να εχεις τοσο ωραιες αναμνησεις στα παιδικα σου χρονια..δεν ξερω αν ειναι αληθινες αλλα τουλαχιστον ετσι φαινονται..καμια φορα βεβαια δε χρειαζεται κτ να εχει συμβει για να ειναι αληθινο..τα σημερινα παιδια παντως δεν εχουμε τοσο ομορφες και αντιπροσωπευτικες ανμνησεις της παιδικης ηλικιας..
Αν δεν έχουμε όμορφες αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια πρέπει να τις φτιάξουμε επιγόντως
[...] έμεναν τα βράδια μια αυτός μια ο παραγιός του ο Μιχάλης να φυλάνε την «σοδειά» από τους κλέφτες. Ο Ιορδάνης [...]
πραγματικα μαγικες οι ιστοριες που διαβασα…ειδικα καποιες που φερνουν προσωπικες αναμνυσεις (σαν αυτη καλη ωρα…) τυχαια βρεθηκα σε αυτο το blog, πραγματικα τυχαια, γιατι μαλλον ειχα την τυχη με το μερος μου για να βρεθω εδω…
δεν θα αρχισω κολακιες. τις ιστοριες τις βρισκω υπεροχες. ειδικα ο τροπος γραψιματος δινει μια ενδειαφερουσα οπτικη γωνια… ευχαριστες (η λιγοτερο ευχαριστες) αναμνησεις απο τα παιδικα χρονια εξιστορημενες τοσο ομορφα… σας ευχαριστω πολυ για τις ευχαριστες στιγμες που προσφερετε ετσι απλοχερα και για τη μαγεια περασμενων εποχων (τις οποιες διστυχως δεν προλαβα), που αποτυπονετε στην οθονη μου.
δεν ξερω αν πραγματι συνεβησαν ολα αυτα, αλλα παλι, η φαντασια δεν απεχει και πολυ απο την πραγματικοτητα… να ‘στε παντα καλα και ελπιζω να συνεχιζετε ακομα να γραφετε ιστοριες.
@ fantomo
εγω σας ευχαριστώ για τον χρόνο που αφιερώσατε σε αυτές τις “ξεχασμένες” ιστορίες. Μου δίνετε κίνητρο για να τις συνεχίσω.
Χαίρομαι που σας άρεσαν. (Αν και αρκετά από αυτά, και καλά και κακά, συνέβησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.)