Στη δεκαετία του εξήντα , το να συζείς αστεφάνωτος ήταν μεγάλη δουλειά, ήθελε κότσια. Κότσια και αγάπη. Ήταν βλέπεις που οι αριστεροί έπρεπε να είναι υποδείγματα ηθικής. Για να μη δυσφημείται το κόμμα δηλαδή , όχι τίποτα άλλο. Δεν τους έφτανε η πολιτική καταπίεση των «νικητών» είχαν και την ηθική καταπίεση των «ηττημένων».
«Αφού την αγαπάω ρε σύντροφοι, γιατί να την παντρευτώ;» απαντούσε στις κομματικές παραινέσεις για παντρειά ο Στέλιος ο καφετζής της οδού Κρήνης. Δεν ήταν μέλος του κόμματος και δεν ήθελε να γίνει. Χρόνια τον «έψηναν» να μπει στο κόμμα. «Δε θέλω ρε να σας παντρευτώ. Παρατήστε με . Αν είναι να παντρευτώ θα πάρω την Μάγδα.»
Η αλήθεια είναι ότι δεν του το επέτρεπε η δουλειά του να μπεί στο κόμμα. Ένας καφετζής έπρεπε να κρατάει ισορροπίες. Και η αλήθεια είναι ακόμα πως δεν του πήγαινε να εκμεταλλεύεται το πάθος των ανθρώπων για την τράπουλα κονομώντας από το «βιδάνιο» της χαρτοπαιξίας και από την άλλη μεριά να αγωνίζεται ενάντια στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο. Και εντάξει, να το καταργήσει το βιδάνιο. Και μετά; Πως θα σπουδάσει ο κανακάρης στην Ιταλία; Από τους καφέδες και τις γκαζόζες; Τώρα εδώ που τα λέμε έβγαζε καλά λεφτά και από τις μπύρες και από τους εκλεκτούς μεζέδες που τις συνόδευαν και ετοίμαζε η Μάγδα κάθε απόγευμα. «Μια μπύρα με συνοδεία». Αυτή η φράση ήταν το βραδινό σύνθημα.
Στην αρχή οι μεζέδες της κυρά Μάγδας «κατέφταναν» μόνο για τους φίλους που ήταν μιλημένοι. Για τους άλλους , στραγαλάκια. Κι αν διαμαρτύρονταν, η απάντηση ήταν κοφτή. «Αυτοί τους φέρνουν τους μεζέδες από το σπίτι τους». Όταν ο Στέλιος άνοιγε την μπύρα και άφηνε το καπάκι στο τραπέζι ήταν το παρασύνθημα. Ένας από τους «μιλημένους» έβγαινε από το μαγαζί, έστριβε στην γωνία και η Μάγδα του έδινε τους μεζέδες τυλιγμένους στη λαδόκολλα. Πιρούνια και σερβίτσια απαγορεύονταν . Μόνο οδοντογλυφίδες Δεν ήταν λίγες οι φορές που η αστυνομία τον είχε πάρει μέσα τον Στέλιο αφού από τον νόμο απαγορευόταν να σερβίρει φαγητό. “Η καφετζής ή ταβερνιάρης. Διάλεξε χριστιανέ μου”. Του έλεγε κάθε φορά ο διοικητής. Καθάριζε ο Ιορδάνης όμως και τον άφηναν. Στο τέλος ήξερε πότε έχουν υπηρεσία οι μπάτσοι και πότε «τα παιδιά»- δηλαδή οι αστυνομικοί που έκαναν τα στραβά μάτια με αντάλλαγμα μια πλούσια λαδόκολλα εν ώρα υπηρεσίας.
Η Μάγδα ήταν όμορφη γυναίκα και μορφωμένη. Δεν τέλειωσε το Πανεπιστήμιο. Το σταμάτησε όταν πέθανε ο πατέρας της και έπιασε δουλειά σε ένα εργοστάσιο σαπουνιού. Ερωτεύτηκε τρελά τον γιό του αφεντικού, έκανε μαζί του έναν γιό, παντρεύτηκαν και χώρισαν μετά από δύο χρόνια. Ο πεθερός της πούλησε το εργοστάσιο, της αγόρασε ένα σπιτάκι, της άφησε ένα μικρό εισόδημα , πήρε τα υπόλοιπα λεφτά και έφυγε μαζί με τον γιό του για το εξωτερικό. Η Μαγδα έμεινε στο «ξένο» σπίτι -έτσι τόλεγε παρ’ όλο που ήτανε γραμμένο στο όνομά της- μέχρι να τελειώσει ο μικρός το δημοτικό. Μετά το πούλησε και έχτισε το διώροφο απέναντι στο καφενείο του Στέλιου. Κάτω έμεινε αυτή και το πάνω το νοίκιασε. Η μικρή αυλή πίσω γειτόνευε με την αυλή του Στέλιου. Στο κάτω σπιτάκι ο μηχανικός της έβγαλε μια μεγάλη κουζίνα με παράθυρο στο δρόμο. Γκρίνιαξε στην αρχή, αλλά που να ξερε πως ήταν το τυχερό της.
Ήταν εικοστή πέμπτη Μαρτίου. Νέκρα στο καφενείο. Ούτε ένας πελάτης. Η Μάγδα μαγείρευε μπακαλιάρο σκορδαλιά και είχε μοσχοβολήσει ο τόπος. Ο Στέλιος καθόταν στο πεζοδρόμιο απέναντι πίνοντας μια μπύρα ξεροσφύρι και την χάζευε επίμονα από το διάπλατο παράθυρο. Μια φορά κοιτάχτηκαν. Η Μάγδα δηλαδή γύρισε και τον κοίταξε γιατί αυτός δεν είχε πάρει το βλέμμα από πάνω της.
Τον κοίταξε στα μάτια. Αλλά αλλιώς, όχι όπως τις άλλες φορές. Ο Στέλιος έχασε την ισορροπία του καθώς είχε γύρει την καρέκλα πίσω κι εκείνη χαμογέλασε. Μετά σηκώθηκε, πήρε το τραπέζι του καφενείου και το κουβάλησε στο πεζοδρόμιό της μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο κάτω από την μουριά. Έφερε και δυο καρέκλες. Χωρίς να πουν τίποτα. Σαν να γινόταν αυτό από χρόνια. Η Μάγδα του έδωσε τραπεζομάντιλο πιάτα πιρούνια και ποτήρια από το παράθυρο να στρώσει το τραπέζι. Μετά έπλυνε τα χέρια, δρόσισε το πρόσωπό της, έδεσε τα μαλλιά της κότσο, και βγήκε κουβαλώντας τις πιατέλες με τον μπακαλιάρο και την σκορδαλιά. «Όχι από το παράθυρο αυτά. Θα τα φέρω εγώ. Κάτσε εσύ.» τον είχε προστάξει. Έφαγαν, ήπιαν, μίλησαν γέλασαν. Μοιράστηκαν ένα μεσημέρι. Ερωτεύτηκαν.
Μάζεψαν το τραπέζι μαζί. Ο Ιορδάνης και ο Πάνος έπαιζαν το τάβλι τους στο μαγαζί τόση ώρα, κοιτάζοντας διακριτικά ευγενικά και με εκείνη την ζεστή ζήλια των ανθρώπων ανακατεμένη με χαρά και ανακούφιση για την καλή τύχη του φίλου τους.
Η Μάγδα πήρε από τα χέρια του τα τελευταία πιάτα και μίλησε γλυκά. «Θα ρίξω λίγο νερό πάνω μου Στέλιο, Ρίξε και συ. Αν αργώ πιες μια μπύρα με τα παιδιά απέναντι που μας κρυφοκοιτάζουν και όταν κλείσω τα παραθυρόφυλλα , έλα.
«Έλα» Δεν το ξέχασε ποτέ αυτό το «Έλα» ο Στέλιος. Πήγε γρήγορα σπίτι, πλύθηκε, έβαλε όσο μπριγιόλ είχε απομείνει και στήθηκε στο πεζοδρόμιο απέναντι από το παράθυρο περιμένοντας το κάλεσμά της . Ο Πάνος και ο Ιορδάνης ήθελαν πολύ να του κάνουν λίγο καλαμπούρι αλλά δεν τόλμησαν. Του έφτιαξαν μόνο έναν καφέ τον άφησαν δίπλα του χωρίς να του πουν τίποτα και γύρισαν στο τάβλι. Αλλά δεν έπαιξαν. Κιχ δεν έβγαλαν. Ούτε αυτοί, ούτε τα ζάρια, ούτε τα πούλια. Περίμεναν. Τι βάσανο και αυτό. Άλλες φορές ανυπομονούσαν πότε θα ανοίξει το παράθυρο, τώρα λαχταρούσαν πότε θα κλείσει.
Από τις κουρτίνες πρόβαλε το λευκό χέρι της Μάγδας, τράβηξε απαλά το ένα παντζούρι και μετά το άλλο. Ο Στέλιος ήπιε μια ακόμα γουλιά καφέ, σηκώθηκε και διέσχισε αργά τον δρόμο. Μπήκε στο σπίτι της. Μπήκε μέσα της.
Την άλλη μέρα το πρωί. γκρέμισε την μεσοτοιχία που χώριζε τις δύο αυλές και μετά πήγε να ανοίξει το καφενείο. Το είχαν ήδη ανοίξει ο Ιορδάνης με τον Πάνο και σέρβιραν τους πρώτους καφέδες. «Κερασμένοι» έλεγαν στους πελάτες καθώς άφηναν άβολα μα προσεκτικά τα φλιτζάνια στα τραπέζια και μετά πλήρωναν από την τσέπη τους στο ταμείο του μαγαζιού.
Αυτά θυμόνταν ο Στέλιος κι η Μάγδα, αγκαλιά, πίσω στη καρότσα του τρίκυκλου του Ιορδάνη που τους πήγαινε στην συγκέντρωση για τον Πάνο
τόσο απλά και τόσο γήινα γίνονταν κάποτε τα πράγματα…
ναι κάποτε τα πράγματα ήταν απλά και ξεκάθαρα, χωρίς τσιριμόνιες. τώρα, δεν ξέρω, εμείς έχουμε απαιτήσεις από τον εαυτό μας και κατ’ επέκταση από τους άλλους; μας δημιούργησαν πλαστές ανάγκες και ο μπακαλιάρος σκορδαλιά πρέπει να είναι σούσι;
Αυτές οι ιστορίες σου πάντα με προβληματίζουν
το δυσκολέψαμε πολύ το θέμα μας taradela, και μετά πέσαμε στην τρύπα που οι ίδιοι ανοίξαμε
@ ioudas
Ισως μας λείπει η τόλμη να πάρουμε το τραπεζι μας και να το στησουμε μπροστά στο παράθυρό της. Είναι βέβαια και το άλλο. Τα νέα “μοντέλα” δεν φτιάχνουν μπακαλιάρο σκορδαλιά.
@taradela
Και εσείς; Φτιάχνετε μπακαλιάρο σκορδαλιά ;
@ taradela
κομματια που γραφονται για να δεσουν;
ε;
μάρεσε πολυ …θα μπορουσε να ηταν ταινια…κλεινω τα ματια και βλεπω τις σκηνες!
@ βασιλική
Ακριβώς έτσι
@ avra
Χαίρομαι για την ταύτιση. Σαν σκηνή ασπρόμαυρης ταινίας έχει ζωγραφιστεί και στο δικά μου μάτια η στιγμή με το τραπεζάκι και μετά…
σε αναμονη λοιπον του τελικου δεσιματος…
[...] padrazo Είδα την μάνα μου να έρχεται από το καφενείο του Στέλιου περπατώντας θυμωμένα και κατάλαβα τι με περιμένει. Η [...]
όσο κι αν αντιπαθώ τις φιλοφρονήσεις, τόσο δε μπορώ να το κρατήσω μόνο στη σκέψη μου. γράφεις εκπληκτικά! συγχαρητήρια μέσα από την καρδιά μου! συνέχισε έτσι.
(αν δε με ευχαριστήσεις, θα νιώσω καλύτερα).
Niemandrose
Τι να πω τώρα εγώ
Πόσο δίκιο έχεις ιούδα,
padrazo για τον κατάλληλο άνθρωπο μαθαίνουμε να κάνουμε πολλά πράγματα.
Καλημέρα
!!!!
?