Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Π ήγε να πει στη μάνα της – “πα να το πω στη μάνα μου” έτσι είπε και έφυγε τρέχοντας, ανεμίζοντας τα μαλλιά της – πως θα ερχόταν μαζί μας σινεμά. Μα δεν ήρθε. Ούτε την άλλη μέρα , ούτε την παρ’ άλλη. Σταμάτησε απ’ το σχολείο. Την πήρε η μάνα της στο υφαντήριο.

Την τρίτη μέρα, κοιτάζοντας ο Νίκος το κλειστό παράθυρο της κάμαράς της είπε «Θα μπαρκάρω». Έτσι αρχίζει αυτό το παραμύθι. Με δύο καπρίτσια. Ένα της μάνας της και ένα του Νίκου.

Περνούσαν οι μέρες, άλλες φορές πολλές μαζί σαν συγχορδίες και άλλες μία μία σαν νότες κλίμακας μονότονης.

Νέα από τον Νίκο δεν είχαμε. Καμιά φορά που περνούσαμε έξω από το σπίτι της ακούγαμε το ακορντεόν της και στεκόμαστε να θαυμάσουμε το χάρισμα .

Ο Νίκος ξεμπάρκαρε ύστερα από εφτά χρόνια τη μέρα που Ελένη η έχασε τη μάνα της.

Πήγαμε το βράδυ από το σπίτι της. Πέρασε κι ο Νίκος πιο μετά. Η Ελένη μας έβγαλε ρακί κι ελιές απ’ το χωριό της. Αργά το βράδυ, όταν έφυγαν οι γειτόνισσες, έφερε το ακορντεόν. Τότε σηκώθηκε Νίκος να φύγει . «Μείνε» του έγνεψε. Αυτός στάθηκε λίγο «Πα να το πω στη γυναίκα μου» ψιθύρισε. Η Ελένη , πήρε το ακορντεόν αγκαλιά κι έσκυψε πάνω του σαν μάνα που θηλάζει το παιδί της. Πρώτα έβγαλε μια ανάσα αυτή και μετά μια το ακορντεόν.

Ένα απόγευμα με ψιλόβροχο, απ’ αυτά που θες να ανοίξεις το παράθυρο, να μυρίσεις και ν’ αφουγκραστείς ο Νίκος στάθηκε στην αυλόπορτα.

«Μόνη σου είσαι;» την ρώτησε.«Μόνη μου».«Να έρθω μέσα;».«Για πόσο;».«Για λίγο».«Για σένα το λίγο είναι πολύ».

Τις τετάρτες που η ορχήστρα είχε ρεπό η Ελένη ζήτησε να παίζει στο μαγαζί μόνη της. Καθόταν με τη σειρά στις παρέες, έπαιζε και οι άλλοι τραγουδούσαν. Το μαγαζί γέμιζε.

Ένα βράδυ πήγαμε μαζί με τον Νίκο που ζούσε πια μόνος. Μείναμε τελευταίοι, έκλεινε το μαγαζί. «Πάμε σπίτι μου να συνεχίσουμε. Θα έρθεις Ελένη;» ρώτησε ο Νίκος. «Πα να το πω στον άντρα μου» απάντησε αυτή. Και δεν φάνηκε.

Ύστερα ο Νίκος μπάρκαρε στο γκαζάδικο που βούλιαξε Κωνσταντίνου και Ελένης ανοιχτά της Μάλτας. Αύτανδρο. Ήμαστε στο σπίτι της – «βάλτε ράδιο» είπε ο Θέμις μπαίνοντας βιαστικά στο δωμάτιο- και ακούσαμε το όνομά του στις ειδήσεις.

Η Ελένη σηκώθηκε απ’ το τραπέζι, φόρεσε τη ζακέτα της, έβγαλε από το μπαούλο το κιτρινισμένο «σεντόνι τους» με μια καφέ κηλίδα, ξεραμένο παρθενικό αίμα. «Που πας;» τη ρώτησε ο άντρας της.

«Πα να το πω στη μάνα του».

Advertisements

Γούβα λέγαμε το ρέμα που έκοβε κάθετα την οδό Κρήνης. Στη διασταύρωση τους υπήρχε η Αλάνα –γήπεδο ποδοσφαίρου τα σαββατοκύριακα, δημόσιo σφαγείο και ψησταριά το Πάσχα, αετοδρόμιο την Καθαρή Δευτέρα. Το καλοκαίρι το «γήπεδο» αποκτούσε και δοκάρια, κάτι μαδέρια καρφωμένα όπως-όπως σε σχήμα πι. Έτσι έλειπαν οι καβγάδες για το αν η μπάλα ήταν «μέσα» ή «έξω» – γκολ ή άουτ. Για δίκτυα ούτε λόγος. Στα «επίσημα» ματς, τις Κυριακές, υπήρχαν και θεατές, που χρησίμευαν και σαν περίφραξη. Μόνο κάτι ψηλοκρεμαστές μπαλιές κινδύνευαν να καταλήξουν στη Γούβα, και τότε η «μαρίδα» σκοτωνόταν να κουτρουβαλήσει στο ρέμα να πιάσει τη μπάλα να την σουτάρει στους «μεγάλους», αλλιώς περίσσευαν οι τσακωμοί για το ποια ομάδα έπρεπε να την μαζέψει από τα λασπόνερα .

Διαβάστε τη συνέχεια »

Μαντολάτο

Η Διαμάντω είχε ένα μαντολίνο. Κρεμόταν στο πορτ-μαντώ δίπλα στην εξώπορτα. Κάθε Σάββατο πρωί που έβγαινε να σκουπίσει το πεζοδρόμιο, άφηνε την εξώπορτα ανοιχτή κι εγώ το θαύμαζα δίπλα στο τριμμένο πανωφόρι και την μεγάλη μπορντό ομπρέλα. Χειμώνα καλοκαίρι κρέμονταν και τα τρία εκεί, στο πορτ-μαντώ της Διαμάντως.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Όσο χτιζόταν η οικοδομή η οικογένεια είχε γίνει σκορποχώρι. Εγώ με τον πατέρα μου κοιμόμαστε σε ένα άδειο μαγαζί που είχε μετατραπεί σε δωμάτιο-αποθήκη με δύο κρεβάτια και όλα τα πράγματα, μαζί με τα παιχνίδια μου, στοιβαγμένα σε κούτες. Η μάνα μου με το μωρό, την αδελφή μου, σε ένα μικρό αλλά κανονικό δωμάτιο με κουζίνα που είχε περισσευούμενα στο προσφυγικό η μάνα του Στέλιου  του καφετζή. Η γιαγιά Πηνελόπη με τον παππού τον Γιάννη πήγαν να μείνουν μακρια, στο Ικόνιο, σε κανονικό σπίτι  που είχε και  θάλασσα. Στη τζαμαρία του δωμάτιου-μαγαζιού-αποθήκης είχαν βάλει κουρτίνες στερεωμένες στον τοίχο με καρφιά, για να μη φαινόμαστε, αλλά εγώ ζούσα με την αγωνία πότε θα φύγουν τα καρφιά, θα πέσουν οι κουρτίνες και θα γίνω θέαμα σε όλη τη γειτονιά. Μέχρι το καλοκαίρι όμως είχα ξεχάσει αυτή την αγωνία.

Διαβάστε τη συνέχεια »

(VIII) SPIN

Αν σπρώξεις τα πράγματα για να τα επιταχύνεις, θα επιβραδυνθείς. Αν τραβήξεις κάτι προς το μέρος σου, θα κινηθείς προς αυτό. Ο τρίτος νόμος του Νεύτωνα είναι αμείλικτος. Το ποιος θα μετακινηθεί περισσότερο εξαρτάται από το ποιος είναι πιο βαρύς, εξ ου πιθανότατα και το «είμαι μάγκας βαρύς κι ασήκωτος». Οι δυνάμεις στη φύση εμφανίζονται σε ζεύγη, είτε γιατί τα προτιμάει η ίδια είτε γιατί το ανθρώπινο μυαλό αρέσκεται ή μετατρέπει την ενστικτώδη ανάγκη του σε ερμηνευτικό νόμο.

Διαβάστε τη συνέχεια »

-Λοιπόν δάσκαλε άκου πως έχουν τα πράγματα. Θέλει γυναικεία φαντασία το πράγμα. Και η γυναικεία φαντασία χαρακτηρίζεται από τάξη, ενώ η δική σας από αταξία. Μη το κουράζεις λοιπόν και άκου την θεωρία μου. Το σύμπαν είχε αρχικά μια διάσταση. Δε μπορεί να γεννήθηκαν όλες οι διαστάσεις μαζί. Μία μία θα έγιναν.Όλα έχουν μια σειρά, αλλιώς δεν θα χρειαζόμαστε αριθμούς. Το σύμπαν λοιπόν ήταν κάπως στριμωγμένο και άρχισε να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει όπως κάθε στριμωγμένος άνθρωπος.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Μέσα σε τριάντα πέντε χρόνια η Δέσποινα είχε κάνει όσα μια γυναίκα επιθυμεί η «πρέπει», αλλά με ανάποδη σειρά. Γέννησε την Μαιρούλα, παντρεύτηκε τον Τάσο, ταξίδεψε, πήρε το πτυχίο της Καλώς Τεχνών ανακάλυψε το σώμα της. Εγώ την γνώρισα μικρή, πόσο να ήμασταν; Εννιά; Δέκα; Στο κατηχητικό. Ο άντρας της την γνώρισε στον «Ρήγα Φεραίο». Σε μια διαδήλωση σχημάτιζαν αλυσίδα και κρατιόντουσαν από το χέρι. Της το άφησε για να την γδύσει υπό τους ήχους ερωτικών συνθημάτων. Διαβάστε τη συνέχεια »

Όταν πήραν τη νονά, έφυγαν και οι γειτόνισσες. Ο κύριος Χαρίτος είπε «πετάγομαι και γω μέχρι το σπίτι και επιστρέφω σύντομα. Θα φέρω κάτι να φάμε». Δεν είχαμε καταλάβει πως είχε μεσημεριάσει. Η μεγάλη Ολυμπιάδα τηλεφώνησε στη μάνα της να ταΐσει τα παιδιά. Η μικρή φώναξε την βοηθό της , της έδωσε οδηγίες για το κομμωτήριο, τα κλειδιά του σπιτιού και του αυτοκινήτου για να της φέρει ρούχα και μετά κάθισε στο πιάνο. Στερέωσε την παρτιτούρα με τα «άνθη λεμονιάς», ήταν η καλύτερη στο πρίμα βίστα. Διαβάστε τη συνέχεια »