Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ιστορίες της οδού Κρήνης’ Category

Γούβα λέγαμε το ρέμα που έκοβε κάθετα την οδό Κρήνης. Στη διασταύρωση τους υπήρχε η Αλάνα –γήπεδο ποδοσφαίρου τα σαββατοκύριακα, δημόσιo σφαγείο και ψησταριά το Πάσχα, αετοδρόμιο την Καθαρή Δευτέρα. Το καλοκαίρι το «γήπεδο» αποκτούσε και δοκάρια, κάτι μαδέρια καρφωμένα όπως-όπως σε σχήμα πι. Έτσι έλειπαν οι καβγάδες για το αν η μπάλα ήταν «μέσα» ή «έξω» – γκολ ή άουτ. Για δίκτυα ούτε λόγος. Στα «επίσημα» ματς, τις Κυριακές, υπήρχαν και θεατές, που χρησίμευαν και σαν περίφραξη. Μόνο κάτι ψηλοκρεμαστές μπαλιές κινδύνευαν να καταλήξουν στη Γούβα, και τότε η «μαρίδα» σκοτωνόταν να κουτρουβαλήσει στο ρέμα να πιάσει τη μπάλα να την σουτάρει στους «μεγάλους», αλλιώς περίσσευαν οι τσακωμοί για το ποια ομάδα έπρεπε να την μαζέψει από τα λασπόνερα .

(περισσότερα…)

Advertisements

Read Full Post »

Η Διαμάντω είχε ένα μαντολίνο. Κρεμόταν στο πορτ-μαντώ δίπλα στην εξώπορτα. Κάθε Σάββατο πρωί που έβγαινε να σκουπίσει το πεζοδρόμιο, άφηνε την εξώπορτα ανοιχτή κι εγώ το θαύμαζα δίπλα στο τριμμένο πανωφόρι και την μεγάλη μπορντό ομπρέλα. Χειμώνα καλοκαίρι κρέμονταν και τα τρία εκεί, στο πορτ-μαντώ της Διαμάντως.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Όσο χτιζόταν η οικοδομή η οικογένεια είχε γίνει σκορποχώρι. Εγώ με τον πατέρα μου κοιμόμαστε σε ένα άδειο μαγαζί που είχε μετατραπεί σε δωμάτιο-αποθήκη με δύο κρεβάτια και όλα τα πράγματα, μαζί με τα παιχνίδια μου, στοιβαγμένα σε κούτες. Η μάνα μου με το μωρό, την αδελφή μου, σε ένα μικρό αλλά κανονικό δωμάτιο με κουζίνα που είχε περισσευούμενα στο προσφυγικό η μάνα του Στέλιου  του καφετζή. Η γιαγιά Πηνελόπη με τον παππού τον Γιάννη πήγαν να μείνουν μακρια, στο Ικόνιο, σε κανονικό σπίτι  που είχε και  θάλασσα. Στη τζαμαρία του δωμάτιου-μαγαζιού-αποθήκης είχαν βάλει κουρτίνες στερεωμένες στον τοίχο με καρφιά, για να μη φαινόμαστε, αλλά εγώ ζούσα με την αγωνία πότε θα φύγουν τα καρφιά, θα πέσουν οι κουρτίνες και θα γίνω θέαμα σε όλη τη γειτονιά. Μέχρι το καλοκαίρι όμως είχα ξεχάσει αυτή την αγωνία.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Π ήγε να πει στη μάνα της – “πα να το πω στη μάνα μου” έτσι είπε και έφυγε τρέχοντας, ανεμίζοντας τα μαλλιά της – πως θα ερχόταν μαζί μας σινεμά. Μα δεν ήρθε. Ούτε την άλλη μέρα , ούτε την παρ’ άλλη. Σταμάτησε απ’ το σχολείο. Την πήρε η μάνα της στο υφαντήριο.

Την τρίτη μέρα, κοιτάζοντας ο Νίκος το κλειστό παράθυρο της κάμαράς της είπε «Θα μπαρκάρω». Έτσι αρχίζει αυτό το παραμύθι. Με δύο καπρίτσια. Ένα της μάνας της και ένα του Νίκου.

Περνούσαν οι μέρες, άλλες φορές πολλές μαζί σαν συγχορδίες και άλλες μία μία σαν νότες κλίμακας μονότονης.

Νέα από τον Νίκο δεν είχαμε. Καμιά φορά που περνούσαμε έξω από το σπίτι της ακούγαμε το ακορντεόν της και στεκόμαστε να θαυμάσουμε το χάρισμα .

Ο Νίκος ξεμπάρκαρε ύστερα από εφτά χρόνια τη μέρα που Ελένη η έχασε τη μάνα της.

Πήγαμε το βράδυ από το σπίτι της. Πέρασε κι ο Νίκος πιο μετά. Η Ελένη μας έβγαλε ρακί κι ελιές απ’ το χωριό της. Αργά το βράδυ, όταν έφυγαν οι γειτόνισσες, έφερε το ακορντεόν. Τότε σηκώθηκε Νίκος να φύγει . «Μείνε» του έγνεψε. Αυτός στάθηκε λίγο «Πα να το πω στη γυναίκα μου» ψιθύρισε. Η Ελένη , πήρε το ακορντεόν αγκαλιά κι έσκυψε πάνω του σαν μάνα που θηλάζει το παιδί της. Πρώτα έβγαλε μια ανάσα αυτή και μετά μια το ακορντεόν.

Ένα απόγευμα με ψιλόβροχο, απ’ αυτά που θες να ανοίξεις το παράθυρο, να μυρίσεις και ν’ αφουγκραστείς ο Νίκος στάθηκε στην αυλόπορτα.

«Μόνη σου είσαι;» την ρώτησε.«Μόνη μου».«Να έρθω μέσα;».«Για πόσο;».«Για λίγο».«Για σένα το λίγο είναι πολύ».

Τις τετάρτες που η ορχήστρα είχε ρεπό η Ελένη ζήτησε να παίζει στο μαγαζί μόνη της. Καθόταν με τη σειρά στις παρέες, έπαιζε και οι άλλοι τραγουδούσαν. Το μαγαζί γέμιζε.

Ένα βράδυ πήγαμε μαζί με τον Νίκο που ζούσε πια μόνος. Μείναμε τελευταίοι, έκλεινε το μαγαζί. «Πάμε σπίτι μου να συνεχίσουμε. Θα έρθεις Ελένη;» ρώτησε ο Νίκος. «Πα να το πω στον άντρα μου» απάντησε αυτή. Και δεν φάνηκε.

Ύστερα ο Νίκος μπάρκαρε στο γκαζάδικο που βούλιαξε Κωνσταντίνου και Ελένης ανοιχτά της Μάλτας. Αύτανδρο. Ήμαστε στο σπίτι της – «βάλτε ράδιο» είπε ο Θέμις μπαίνοντας βιαστικά στο δωμάτιο- και ακούσαμε το όνομά του στις ειδήσεις.

Η Ελένη σηκώθηκε απ’ το τραπέζι, φόρεσε τη ζακέτα της, έβγαλε από το μπαούλο το κιτρινισμένο «σεντόνι τους» με μια καφέ κηλίδα, ξεραμένο παρθενικό αίμα. «Που πας;» τη ρώτησε ο άντρας της.

«Πα να το πω στη μάνα του».

Read Full Post »

Έλεγαν πως είχε κάποια αρρώστια αλλά εμένα δεν μου φαινόταν άρρωστος. Αντίθετα, ήταν πάντα χαμογελαστός καλοντυμένος και μύριζε όμορφα μα κάπως γυναικεία. Μου είχαν απαγορεύσει να ρωτάω τι αρρώστια έχει και τι φάρμακα παίρνει. Όταν ρωτούσα τους ίδιους, χαμογελούσαν και εγώ σκεφτόμουν : «Τι αρρώστια είναι αυτή που κάνει τους άλλους να χαμογελούν πονηρά;»

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Έτσι όπως είχα πάρει φόρα και έτρεχα θα έπεφτα στη θάλασσα. Eυτυχώς όταν βγήκα στην προκυμαία μια δυνατή ριπή αέρα μου έκοψε την φόρα και κατάφερα να σταματήσω λαχανιασμένος αλλά αξιοπρεπής εννιάχρονος στην άκρη της, κάνοντας πως σκύβω δήθεν για να χαζέψω τα ψάρια.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

mikymaous.jpgΕίχε βρέξει πολύ εκείνο το μεσημέρι. Το κατάλαβα όταν βγήκα στο δρόμο με την μάνα μου. Τα χρώματα είχαν ξεπλυθεί από την σκόνη και ήταν καθαρά, σχεδόν υγρά. Είχε κατεβάσει χώμα και πετρούλες που σχημάτιζαν σωρούς στις γωνίες και στη μέση του δρόμου. Στο κέντρο οι μεγαλύτερες, γύρω διάσπαρτες οι μικρές. Η οδός Κρήνης έμοιαζε με ξεροπόταμο.

Τράβαγα τη μάνα μου από το χέρι για δύο λόγους. Γιατί το ίδιο μου έκανε και εκείνη όταν πηγαίναμε στη λαϊκή και γιατί βιαζόμουν να φτάσω στο ψιλικατζίδικο του Στάμου, που από το πρωί (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »