Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Οδός Σωκράτους’ Category

Η ‘Ελενίτσα ‘ ήταν κοντούλα, με πυκνά σγουρά μαλλιά , γλυκά μάτια , όμορφα χείλη και ένα χαμόγελο που άπλωνε και φώτιζε όλο της πρόσωπο. Εχω την εικόνα της, αλλά μόνο έναν απόηχο από την τραγουδιστή φωνή της .Πασχίζω να φέρω στην επιφάνεια της μνήμης τη φωνή της σαν να ψάχνω με το χέρι μέσα στο θολό νερό. Ξέρω ότι υπάρχει αλλά δε μπορώ.Νιώθω μερικές φορές κάτι σαν ψίθυρο. Ο ‘θόρυβος’ της ζωής ίσως σβήνει τους ήχους της. Και πιο πολύ είναι η σιωπή των αγαπημένων που πονάει.

Ημαστε δεκάξι στα δεκαεφτά, στη πρώτη λυκείου, και σε γειτονικά σχολεία . Στην Ιωνίδειο εγώ στη Ράλλειο εκείνη. Την είχα πρωτοδεί στη δημοτική βιβλιοθήκη του Πειραιά μια ψυχρή συννεφιασμένη ανοιξιάτικη μέρα, που γύρισε ξαφνικά σε λιακάδα, η ισως εμένα να μου φάνηκε έτσι. Ειχαμε κάνει και οι δύο κοπάνα από το σχολείο .

Την είδα να μπαίνει στη σιωπηλή αίθουσα περπατόντας και κουβεντιάζοντας με μια φίλη της, φορώντας εκείνο το μεγάλο γλυκό αφελές χαμόγελο στο λαμπερό τρογγυλό της προσωπό πάνω από το άσπρο γιακαδάκι της μαθητικής ποδιάς . Φορούσε μια ζακάρ χρωματιστή λεπτή ζακέτα και είχε κρεμασμένη στον ώμο μια στρατιωτική τσάντα ζωγραφισμένη με στυλό και μαρκαδόρους. Φορούσε κίκερς μπέζ πάνω από τα χαρούμενα καλτσάκια της. Με κοίταξε – ίσως κατά λάθος, δεν το παραδέχτηκε ποτέ- και προσπέρασε.

Κάθησε πίσω μου αλλά που? Σηκώθηκα δήθεν να ψάξω ένα βιβλίο και κάθησα στην απέναντι από εμένα θέση του μεγάλου τραπεζιού. Ησυχία στην αίθουσα. Δεν την έβλεπα. Κάπου στο βάθος ξεχώρισα ένα μπουκέτο σγουρά μαλλιά και μετακίνησα λίγο τη καρέκλα μου που έτριξε. Η χοντρή βιβλιοθηκάριος με τιμώρησε με ένα αυστηρό βλέμμα ενώ δύο χοντρές πλάτες μου έκοβαν τη θέα του ξαφνικού έρωτά μου. Ειχα ιδρώσει. Αλήθεια σας λέω. Δεν άντεχα άλλο να είναι λίγα μέτρα μακριά και να μη τη βλέπω.

Βγήκα έξω να πιω έναν καφέ, να ανάψω ένα τσιγάρο. Κατέβηκα στη πλατεία για να ανασυγκροτηθώ, να δώσω λίγο θάρρος στον εαυτό μου και να ανέβω λίγο αργότερα. Δεν υπήρχε κανείς συμμαθητής , είχαν πάει όλοι για μελέτη της ορμής και της στροφορμής στο φαινόμενο των κρούσεων –για μπιλιάρδο δηλαδή-. Παρατηρούσα αυτούς που έβγαιναν από την βιβλιοθήκη μη τυχόν βγεί και μου φύγει. Θα της μίλαγα δεν υπήρχε περίπτωση. Δεν το ειχα ξανακάνει αλλά θα της μίλαγα. Τρείς γνωστές «συντρόφισες» στάθηκαν στην είσοδο καπνίζοντας και χασκογελώντας δυνατά με το όργανο του κόμματος παραμάσχαλα, να φαίνεται. Έσβησα το τσιγάρο στο πεζοδρόμιο και έκανα το πρώτο βήμα όταν την είδα να βγαίνει και να περπατάει γρήγορα -τι ωραίο περπάτημα- διορθώνοντας τη τσάντα στον ώμο της με το ένα χέρι και τα μαλλιά της με το άλλο κατευθυνόμενη προς τη γυναικοσυντροφοπαρέα, . Σάστισα , ντράπηκα, κοκκάλωσα . Απομακρύνθηκαν γρήγορα χωρίς να μπορέσω να ακούσω που πήγαιναν. Γαμώτο δις Βλάκα.

Πέρασαν μέρες μέχρι να την ξαναδώ. Ειχα ρωτήσει, είχα μάθει ποιά είναι , πώς τη λένε , που μένει, ποιο λεωφορείο παίρνει. Για δύο εβδομάδες έγινα κάτι σα βιβλιοθηκάριος στη βιβλιοθήκη και κάτι σαν ελεγκτής και σταθμάρχης λεωφορείων, μήπως και την πετύχω κάπου αλλά τίποτα. Εβλεπα καστανα σγουρά μαλλιά και σκόνταφτα. Εχετε πέσει πάνω σε περίπτερο? Εγω έχω πέσει.

Τελικά την ξαναβρήκα μετά από δεκαπέντε μέρες στο καφενεδάκι κατω από το φροντιστήριο Ηράκλειτος στην Αθήνα -χώρος αναζητήσεων πολιτικών, ιδεολογικών αλλά κατά βάθος ερωτικών. Την βρήκα θλιμμένη , μελαγχολική , χωρίς το χαμόγελό της αλλά για μένα ίσως είχε αποτυπωθεί στο πρόσωπό της. Και της μίλησα .Χαμογέλασε λίγο αμήχανα στην αρχή αλλά για μένα ήταν από εκείνη τη μέρα η Ελενίτσα. Ετσι την φώναζαν οι άλλοι . Ετσι την έλεγα και γω από μέσα μου όσο την αναζητούσα.

Το σώμα της Ελένίτσας ήταν το πρώτο γυναικείο σώμα που άφησε τα χέρια μου να περιπλανηθούν στη κρυμμένη του ομορφιά. Λιακάδα δίπλα στη θάλασσα.
Πρώτη φορά που τα χέρια μου αποκάλυπταν και ανακάλυπταν το στήθος μιας κοπέλας .Ετρεμαν και ήμουν σίγουρος πως το ένιωθε, γιαυτό έφερνα το βλέμμα μου στο πρόσωπό της και έβλεπα τα μάτια της κλειστά στο φώς του ήλιου. Το πρώτο μου ερωτευμένο φιλί , η πρώτη γυναικεία ανάσα που με τύλιγε , ο πρώτος γυναικείος λαιμός που χαίδευα με τη δική μου. Με μάτια κλειστά αλλά γεμάτα φώς. Ντυμένοι αλλά στο μυαλό μας γυμνοί. Αγκαλιά με τη μυρωδιά των μαλλιών της.

Τελείωσε ξαφνικά, και απλά χωρίς καβγάδες -δεν θυμάμαι αν μου χαμογέλασε φεύγοντας , μπορεί-. Είπαν πολύ μετά, ότι αγαπούσε τον Αντώνη πριν από εμένα. Εναν άλλον «σύντροφο» , μεγαλύτερο της δυο χρόνια. Εμαθα ακόμα ότι η «καθοδηγήτρια» της την είχε επικρίνει ότι δεν ήταν έντιμη στάση απέναντι στο «σύντροφο » Βασίλη και ποιος ξέρει τι άλλες μαλακίες –καλά που δε κερδίσαμε τον εμφύλιο σύντροφοι-. Ομως η Ελενιτσα ήταν γλυκειά, αφελής , έντιμη και μάλλον ευκολόπιστη .
Μετά από δύο χρόνια ό Αντώνης παντρευτηκε.
Η Ελενίτσα λίγο αργότερα έπεσε από το μπαλκόνι του σπιτιού της από τον δεύτερο όροφο , μπροστά στο μαγαζί του πατέρα της . Σκοτώθηκε. Οι δικοί της είπαν ότι τίναζε μια κουβέρτα όταν ζαλίστηκε και έπεσε. Αλλοι είπαν ότι τον αγαπούσε. Ηταν Μάης , κοντα στη γιορτή της όταν την χάσαμε όλοι.

Ηθελα να τα πώ όλα αυτά έτσι για τη μνήμη της, το χαμόγελό της και για εκείνο το μεσημέρι που μοιραστήκαμε στη λιακάδα, παίζοντας το εφηβικό παιχνίδι του άντρα και της γυναίκας.

Advertisements

Read Full Post »