Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αφού το «διαγώνισμα» με την Δέσποινα ακυρώθηκε ήταν ευκαιρία να αναπληρώσω το χαμένο μάθημα μουσικής. Η νονά είναι μια αξιοσέβαστη κυρία, χήρα στρατιωτικού, δασκάλα του πιάνου και ιδιοκτήτρια του μοναδικού ωδείου της περιοχής. Ο Θεός όπως λέει η ίδια δεν της έδωσε παιδιά, της αξίωσε όμως τρία βαφτιστήρια αν και όλοι στο χωριό γνωρίζουν πως έδωσε στο άντρα της ένα εξώγαμο παιδί. Διαβάστε τη συνέχεια »

(ΙΙ) Αμλετ

Ένας τρόπος να με πλησιάζει η Δέσποινα όταν τα τσουγκρίζαμε ήταν να μου αναθέτει καθήκοντα του άντρα της.

-Μπορείς να πάρεις την Μαίρη απ’ τα Αγγλικά όταν γυρνάς;
-Τι ώρα σχολάει;
Διαβάστε τη συνέχεια »

Έχω υποσχεθεί στην Μαιρούλα να την βοηθήσω σε μια εργασία για την φυγόκεντρη και την κεντρομόλο δύναμη. Ένα καλό παράδειγμα θα ήταν ότι ο μπαμπάς της ασκεί κεντρομόλο δύναμη στην μαμά της, ενώ εγώ φυγόκεντρη, αλλά δεν με συμφέρει, γιατί η φυγόκεντρη είναι ψευδοδύναμη. Διαβάστε τη συνέχεια »

Νοσταλγία

Την πρώτη φορά που είδα την «Νοσταλγία» του Αντρέι Ταρκόφσκι έφυγα στη μέση της ταινίας. Αν θυμάμαι καλά ήταν στον κινηματογράφο Όπερα, Ιανουάριος, μεσάνυχτα. Είχαν προηγηθεί δεκαοκτώ μήνες σχέσης με την Ρούλα, οκτώ ώρες μάθημα μετά ορθοστασίας στο φροντιστήριο, «ακάθιστος ύμνος στην παραπαιδεία», ήμουν νηστικός, κρυωμένος, με τις τσέπες γεμάτες χαρτομάντιλα, καραμέλες για τον λαιμό και μια σοκολάτα αμυγδάλου.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Το «ξέχασμα»

Στην Δέσποινα Θ.

«Ώσπου να λείψει το φως θα έχω αλλάξει σκέψεις. Άσε με τώρα λίγο μόνη, να με παιδέψει το ξέχασμα χωρίς να με βλέπεις». Αυτά είπε καθώς πότιζε τον μεγάλο φίκο στο μπαλκόνι. Στάθηκα λίγο παρατηρώντας την επιμέλεια με την οποία μοίραζε το νερό στα λουλούδια.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Ο Αργόστροφος

Όχι ότι σκεφτόταν λιγότερο από τους άλλους, αλλά παιδευόταν περισσότερο για να σκεφτεί. Έτσι τον είχαν παρεξηγήσει, όπως φάνηκε στο τέλος, και το Αργύρης έγινε Αργόστροφος.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Π ήγε να πει στη μάνα της – “πα να το πω στη μάνα μου” έτσι είπε και έφυγε τρέχοντας, ανεμίζοντας τα μαλλιά της – πως θα ερχόταν μαζί μας σινεμά. Μα δεν ήρθε. Ούτε την άλλη μέρα , ούτε την παρ’ άλλη. Σταμάτησε απ’ το σχολείο. Την πήρε η μάνα της στο υφαντήριο.

Την τρίτη μέρα, κοιτάζοντας ο Νίκος το κλειστό παράθυρο της κάμαράς της είπε «Θα μπαρκάρω». Έτσι αρχίζει αυτό το παραμύθι. Με δύο καπρίτσια. Ένα της μάνας της και ένα του Νίκου.

Περνούσαν οι μέρες, άλλες φορές πολλές μαζί σαν συγχορδίες και άλλες μία μία σαν νότες κλίμακας μονότονης.

Νέα από τον Νίκο δεν είχαμε. Καμιά φορά που περνούσαμε έξω από το σπίτι της ακούγαμε το ακορντεόν της και στεκόμαστε να θαυμάσουμε το χάρισμα .

Ο Νίκος ξεμπάρκαρε ύστερα από εφτά χρόνια τη μέρα που Ελένη η έχασε τη μάνα της.

Πήγαμε το βράδυ από το σπίτι της. Πέρασε κι ο Νίκος πιο μετά. Η Ελένη μας έβγαλε ρακί κι ελιές απ’ το χωριό της. Αργά το βράδυ, όταν έφυγαν οι γειτόνισσες, έφερε το ακορντεόν. Τότε σηκώθηκε Νίκος να φύγει . «Μείνε» του έγνεψε. Αυτός στάθηκε λίγο «Πα να το πω στη γυναίκα μου» ψιθύρισε. Η Ελένη , πήρε το ακορντεόν αγκαλιά κι έσκυψε πάνω του σαν μάνα που θηλάζει το παιδί της. Πρώτα έβγαλε μια ανάσα αυτή και μετά μια το ακορντεόν.

Ένα απόγευμα με ψιλόβροχο, απ’ αυτά που θες να ανοίξεις το παράθυρο, να μυρίσεις και ν’ αφουγκραστείς ο Νίκος στάθηκε στην αυλόπορτα.

«Μόνη σου είσαι;» την ρώτησε.«Μόνη μου».«Να έρθω μέσα;».«Για πόσο;».«Για λίγο».«Για σένα το λίγο είναι πολύ».

Τις τετάρτες που η ορχήστρα είχε ρεπό η Ελένη ζήτησε να παίζει στο μαγαζί μόνη της. Καθόταν με τη σειρά στις παρέες, έπαιζε και οι άλλοι τραγουδούσαν. Το μαγαζί γέμιζε.

Ένα βράδυ πήγαμε μαζί με τον Νίκο που ζούσε πια μόνος. Μείναμε τελευταίοι, έκλεινε το μαγαζί. «Πάμε σπίτι μου να συνεχίσουμε. Θα έρθεις Ελένη;» ρώτησε ο Νίκος. «Πα να το πω στον άντρα μου» απάντησε αυτή. Και δεν φάνηκε.

Ύστερα ο Νίκος μπάρκαρε στο γκαζάδικο που βούλιαξε Κωνσταντίνου και Ελένης ανοιχτά της Μάλτας. Αύτανδρο. Ήμαστε στο σπίτι της – «βάλτε ράδιο» είπε ο Θέμις μπαίνοντας βιαστικά στο δωμάτιο- και ακούσαμε το όνομά του στις ειδήσεις.

Η Ελένη σηκώθηκε απ’ το τραπέζι, φόρεσε τη ζακέτα της, έβγαλε από το μπαούλο το κιτρινισμένο «σεντόνι τους» με μια καφέ κηλίδα, ξεραμένο παρθενικό αίμα. «Που πας;» τη ρώτησε ο άντρας της.

«Πα να το πω στη μάνα του».